
Η «ερμηνία του θραύσματος» από το Χριστόφορο Μαρίνο (πηγή elikagallery.com):
Μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από τη λαοθάλασσα των Αγανακτισμένων στην πλατεία Συντάγματος, εκεί όπου συχνά κρανιοφόροι καταστρέφουν με τα σφυριά τους πλακάκια και πεζούλια παράγοντας φονικά μαρμάρινα θραύσματα, ένας καλλιτέχνης κατεργάζεται με το μικρό του τσεκούρι ξύλινες επιφάνειες δημιουργώντας μια σειρά από ημιαφαιρετικές θραυσματικές εικόνες. Η αναζήτησή του είναι εμφανώς μοναχική –όσο μοναχική όμως είναι η υποθαλάσσια περιήγηση του πλοιάρχου Νέμο με σκάφανδρο στα στενά του Γιβραλτάρ– και η πρακτική του βίαιη αλλά δικαιολογημένη, όπως η ξύλευση ενός δέντρου, που εξασφαλίζει την επιβίωση ενός ακάματου ταξιδιώτη, ή το σκάλισμα μιας καρδιάς, που αποδεικνύει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα ενός εφήβου.
Στην οδό Περικλέους, στον πρώτο όροφο ενός νεοκλασικού κτηρίου, σ’ έναν χώρο μεταξύ κατοικίας, εργαστηρίου και καταφυγίου, όπου συναθροίζονται αυτοσχέδιες βάρκες, δύτες, σημαίες, βαρέλια, αγωγοί, δοχεία, πορτρέτα γνώριμων ή επινοημένων ζώων, ο Νίκος Σεπετζόγλου έχει βαλθεί να ναυπηγήσει τα τελευταία χρόνια τον δικό του Ναυτίλο. Υιοθετώντας συχνά κώδικες που συναντάμε στη ναυτική διάλεκτο, ο καλλιτέχνης δημιουργεί ζωγραφικά έργα τα οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, είναι «σαν μακέτες αντικειμένων, μνημείων και όγκων».[1] Μάλιστα, σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για έργα που δεν λειτουργούν αυτόνομα αλλά ως ένα σύνολο, γεγονός που ενδεχομένως εξηγεί και την ομαδική τους ταξινόμηση (από τον καλλιτέχνη) σε XL, L, M και S, ανάλογα με το μέγεθός τους.
Ανάμεσα στις «μακέτες» που παρουσιάζει ο Σεπετζόγλου στην ατομική του έκθεση, ξεχωρίζει ένα ξύλινο τριγωνικό θραύσμα μεσαίου μεγέθους, το οποίο έχει ζωγραφισμένο στη μία του όψη έναν ημιτελή μαύρο κύκλο. Το τι μπορεί να αναγνωρίσει κανείς βλέποντας αυτό το αινιγματικό έργο εξαρτάται από τι επιθυμεί και τι αποζητά να βρει. Άλλωστε το συγκεκριμένο «ο», απ’ όπου προέρχεται και ο τίτλος της έκθεσης, είναι ένα σύμβολο που επιδέχεται πολλές και διαφορετικές ερμηνείες: θα μπορούσε να είναι ένα μηδενικό, το τίποτα, το 15ο γράμμα της αλφαβήτου, μια τρύπα, ένα πέρασμα, το απρόσωπο ενός προσώπου, ένας υπαινιγμός για το μάτι, το στόμα που εκφέρει τον λόγο, το κεφάλι που παράγει τη σκέψη για το ορατό και το αόρατο, το κενό και το μυθώδες Όλον. «Για μένα», λέει ο Σεπετζόγλου, «είναι το έργο που σχετίζεται πιο πολύ με αυτό που ήθελα να κάνω, είναι το πιο τίποτα έργο απ’ όλα. Θα μπορούσε να είχε μείνει και μόνο αυτό απ’ όλη τη δουλειά. Ένας κύκλος είναι το πιο απόλυτο σχήμα που μπορείς να κάνεις πάνω σε κάτι σπασμένο. Θα μπορούσε να είναι ένα γράμμα από μια λέξη».
Πέρα από ίχνος προσωπικής γραφής και ένδειξη (συλλογικής;) καταστροφής, αυτό το απομεινάρι είναι και μια υπενθύμιση για τη «χρησιμότητα των καλλιτεχνών» και τη «διατήρηση της λεπτότητας και αστάθειας των αισθήσεων». Πράγματι, κοιτάζοντας το εμβληματικό θραύσμα του Σεπετζόγλου –κι αυτό ισχύει για όλα τα έργα της συγκεκριμένης σειράς– δεν μπορείς να μην λάβεις υπόψη σου μια επίκαιρη παρατήρηση του Paul Valéry: «Οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν πολύ συχνότερα με το νου παρά με τα μάτια. Αντί για χρωματισμένες περιοχές, αναγνωρίζουν έννοιες. Ένα σχήμα κύβου, ασπρουλό, ψηλό, διάτρητο από αντανακλάσεις παραθύρων, είναι αυτόματα γι’ αυτούς ένα σπίτι: το Σπίτι! Ιδέα σύνθετη, αρμονία αφηρημένων ιδιοτήτων. (…) Αντιλαμβάνονται περισσότερο σύμφωνα με ένα λεξικό παρά με τον αμφιβληστροειδή τους, προσεγγίζουν τόσο κακά τα αντικείμενα, ξέρουν τόσο αόριστα τις χαρές και τους πόνους τού να τα βλέπουν, που ανακάλυψαν τα ωραία τοπία. Αγνοούν τα υπόλοιπα».[2]
Είναι προφανές, λοιπόν, πως το θραύσμα του Σεπετζόγλου –που δεν συνιστά μόνο την αφορμή αλλά και το βαθύτερο νόημα αυτής της ενότητας– λειτουργεί ως μια μεταφορά για την όραση και το βλέμμα, όπως κι ένας ζωγραφισμένος στόχος του Jasper Johns. Εξίσου μεγάλη σημασία εδώ έχει η οπτική γωνία μέσα από την οποία θα δει κανείς το έργο αλλά και η συναισθηματική ένταση που αυτό μεταφέρει στον θεατή. Όπως εξηγεί ο ίδιος ο καλλιτέχνης: «Με ενδιαφέρει τι απομένει από κάτι που καταστρέφεται και το ενδιαφέρον που μπορεί να προκαλέσει σε δεύτερο χρόνο. Αν κάτι σπάσει στη μέση, μερικές φορές σου δημιουργεί ένα συναίσθημα πολύ πιο δυνατό από το όλο. Στη συνέχεια ψάχνεις και τους λόγους για τους οποίους έγινε. Κι ενώ δεν ξέρεις πώς βλέπεις ένα θραυσματικό έργο, κάθε φορά το προτείνεις σε μια συγκεκριμένη θέση. Και τελικά η θέση αυτή καθορίζεται ανάλογα με το τι επιλέγεις να αφηγηθείς».
Χωρίς αμφιβολία, υπάρχει μια έντονη έκλυση ενέργειας και κάτι το απολυτρωτικό στη διαδικασία κατασκευής –μέσω της καταστροφής– των έργων του Σεπετζόγλου. Οι αφήγησεις του συνυπάρχουν με τη φθορά και με την αποκατάσταση, την αναπλήρωση ενός κενού. Η σκληρότητα που χαρακτηρίζει τον τρόπο δημιουργίας τους και η τραχύτητα των ξύλινων επιφανειών συνδυάζονται με μια παιδικότητα στις αναπαριστώμενες μορφές. «Ως προς την κατασκευή», λέει ο Σεπετζόγλου, «υπάρχουν αρκετοί τρόποι αφαίρεσης σε αυτή τη δουλειά και ένας από αυτούς είναι η επικάλυψη (layering). Είναι και αυτή μια μέθοδος δημιουργίας ενός θραύσματος που εμπεριέχει τη διόρθωση, την αλλαγή, κλπ.» Ενώ, ως προς τα θέματα που αναπαριστά ή, σωστότερα, που προκύπτουν μέσα από την κατεργασία του υλικού, επισημαίνει ότι: «Τον πρώτο λόγο σε αυτά τα έργα έχει το ένστικτο, το οποίο καθορίζει και την εικονογραφία τους».

Το βασικό χαρακτηριστικό των θραυσματικών εικόνων τού Σεπετζόγλου είναι η σύζευξη ανάμεσα στο αφηρημένο και το συγκεκριμένο, όπως και η συνταύτιση ζωγραφικής και γλυπτικής. Από αυτή την άποψη, τα έργα του ανοίγουν έναν ισχυρό διάλογο με την ιστορία της τέχνης και, πιο συγκεκριμένα, με την εξπρεσιονιστική ζωγραφική του Asger Jorn και των Cobra, την art brut, αλλά και με την προσωπική μυθολογία των Philip Guston, Paul Thek, Jean-Michel Basquiat και Αλέξη Ακριθάκη.
Εξίσου, όμως, διαφωτιστικοί μπορούν να αποδειχτούν και συσχετισμοί με μεμονωμένα έργα ή καλλιτέχνες που, εκ πρώτης όψεως, δεν θα περίμενε κανείς να έχουν κάποια ιδιαίτερη σχέση με τη δουλειά του Σεπετζόγλου. Παραδείγματος χάρη, το ζωγραφικό έργο με την τρύπια περικεφαλαία σκάφανδρου (μια απρόσωπη «βαρβάρα»!), το οποίο δημιουργείται ταυτόχρονα και συμπληρώνει αφηγηματικά το θραύσμα με τον μαύρο κύκλο, φέρνει στον νου τον πίνακα του René Magritte, Η αρχή της ηδονής (Πορτρέτο του Edward James), του 1937, όπου το κεφάλι του εικονιζόμενου έχει αντικατασταθεί από ένα στεφάνι φωτός.
Από την άλλη μεριά, η αναπόδραστη έλξη που ασκεί στον καλλιτέχνη το θραύσμα με το «ο», είναι παρόμοια με εκείνη που ασκεί η ακρωτηριασμένη Αφροδίτη της Μήλου στον τεχνοκριτικό Peter Fuller, ο οποίος επιχείρησε να αναδημιουργήσει τη θραυσματική της εικόνα και αποδείχτηκε, μάλιστα, αν όχι ο καλύτερος, ο πιο τολμηρός ερμηνευτής της. Επίσης, η παρουσία μιας απουσίας, στοιχείο που εντοπίζουμε στις εγκοπές και χάσκουσες τρύπες των έργων του Σεπετζόγλου, θυμίζει έντονα την «πραγμάτωση μιας απεικόνισης της παρουσίας της απουσίας της»,[3] την οποία, όπως σημειώνει ο Fuller, συλλαμβάνουμε όταν βλέπουμε τη ζωγραφική του Mark Rothko. Αυτό το «τίποτα που σου γνέφει» και σε «προσκαλεί να εκμηδενίσεις τον εαυτό σου (μέσα στους πίνακές του)» [4] είναι ίδιον και του θραύσματος με το «ο». Μάλιστα, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική ερμηνεία του Fuller, η «μανιακή δραστηριότητα» που συναντάμε στα βιομορφικά έργα της πρώιμης περιόδου του Rothko (και η οποία, στην περίπτωση του Έλληνα καλλιτέχνη, εκδηλώνεται με το πελέκημα του ξύλου), είναι «μια μορφή απελπισμένης άμυνας ενάντια στην κατάθλιψη που υποβόσκει».[5]
Όπως αφήνει να εννοηθεί η χρήση ενός απόσπασματος από την Άγρια σκέψη του Claude Lévi-Strauss, το οποίο ο Νίκος Σεπετζόγλου επέλεξε να συμπεριλάβει στο Δελτίο Τύπου της έκθεσής του, τα έργα του αποτελούν (και) «ίχνη που απέμειναν από ψυχολογικές ή ιστορικές διαδικασίες».[6] Ανάμεσα στα γλυπτικά «δοχεία» που φτιάχνει ράβοντας με σπάγκο λεπτές φλούδες ξύλου, ξεχωρίζει ένας λευκός σωλήνας με ζωγραφισμένα στο πλάι του διάφορα χρωματικά στοιχεία κατεύθυνσης. Το σχήμα του θυμίζει έναν σπασμένο αγωγό που μεταφέρει νερό. Την ίδια στιγμή που ο Σεπετζόγλου δούλευε το συγκεκριμένο έργο, έξω από το εργαστήριό του βρίσκονταν σε εξέλιξη οδομαχίες και μαίνονταν φωτιές. Τώρα που «όλη η Ελλάδα φαίνεται να έχει πέσει σε βαθιά κατάθλιψη», ο καλλιτέχνης αποφασίζει να υψώσει την ξύλινη σημαία του –«Ι have a diver down; keep well clear at slow speed», προειδοποιεί τους γύρω του–, υπενθυμίζοντας έτσι ότι το έργο τέχνης λειτουργεί και κατασβεστικά, τόσο για εσωτερικές όσο και για εξωτερικές εστίες πυρκαγιάς.
[1] Το συγκεκριμένο απόσπασμα, και όσα ακολουθούν, προέρχονται από συζήτηση του συγγραφέα με τον καλλιτέχνη, που έγινε στο εργαστήριό του, στις 25 Οκτωβρίου 2011.[2] Paul Valéry, Εισαγωγή στη μέθοδο του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, μτφρ. Ελισσάβετ Βαρώνου, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2004, σ. 22.
Ώρες λειτουργίας:
Τρίτη – Παρασκευή: 12:00 – 20:00
Σάββατο: 12:00 – 16:00
Διάρκεια έκθεσης: 3 Νοεμβρίου – 17 Δεκεμβρίου 2011